Σάββατο, 8 Ιανουαρίου 2011

Η χρεοκοπημένη Αριστερά (ΙΙΙ)

Από το Κοινοτικόν, via Anemogastri

(Απόσπασμα από εισήγηση που παρουσιάστηκε στην 6η Πανελλήνια Συνάντηση του Άρδην και της Ρήξης, το Σεπτέμβριο του 2010, στην Αθήνα)

Η στάση απέναντι στις «νέου τύπου» εξεγέρσεις

Η εν λόγω Αριστερά, σε όλες της τις εκφράσεις, με εξαίρεση ίσως το κομμάτι που αποτελεί το χώρο της σημερινής ΔΗ.ΑΡΙ., επικεντρώθηκε πολιτικά στη δυναμική και την προοπτική που υπέθεσε ότι υπέκρυπτε η νεανική συγκρουσιακή πρακτική έτσι όπως αυτή ωρίμασε τα τελευταία χρόνια μέσα στις μαθητικές κυρίως κινητοποιήσεις και τη δράση του αντεξουσιαστικού χώρου. Μια πρακτική που έφτασε στην ανεξέλεγκτη κορύφωσή της με την περίφημη «εξέγερση του Δεκέμβρη του '08».

Μέσα στη θεαματική έκλυση της νεανικής βίας οι φωστήρες της αριστεράς εντόπισαν τα στοιχεία από τις «εξεγέρσεις του μέλλοντος». Το αδιάκριτο σπάσιμο και κάψιμο (ανεξαρτήτως του στόχου, από τράπεζες έως δημόσια μέσα μεταφοράς και στάσεις λεωφορείων), η γενικευμένη λεηλασία (από ψιλικατζίδικα έως επώνυμες αλυσίδες), η διάχυτη βεβήλωση μνημείων και κτιρίων (ανεξαρτήτως του ποια μνήμη διατηρούν) κ.λπ., ο διάχυτος δηλαδή μηδενισμός αυτής της βίας, χαιρετίστηκαν ως «δικαιολογημένη οργή» της νεολαίας.

Η ίδια αυτή νεολαία έγινε σαν τους άφυλους αγγέλους της δυτικής εκκλησίας και μέσα στο χαρακτηριστικό «εξεγερμένη» πολτοποιήθηκαν όλα τα επιμέρους χαρακτηριστικά της (ταξικά, πολιτισμικά, εθνοτικά, χωροταξικά κ.λπ.).

Ο μεσοαστός νεολαίος των βορείων προαστίων με τα επιμελώς ατημέλητα ρουχαλάκια των εκατοντάδων ευρώ που σπάει την ανία του play station παίρνοντας μια γερή δόση αδρεναλίνης στον δρόμο γίνεται το ίδιο με τον απόκληρο μετανάστη νεολαίο από τον Κολωνό που τα σπάει για να βουτήξει αυτό το ίδιο play station - σύμβολο του άπιαστου καταναλωτικού ονείρου και τον λούμπεν νεολαίο που στο ίδιο εργαλείο αντικρίζει ένα εικοσάρικο ή μια δόση πέριξ της Ομόνοιας.

Όλα τα παραδοσιακά αναλυτικά εργαλεία, η διαλεκτική σκέψη και η ιστορική απώθηση προς την ανορθόλογη και κουκουλοφόρα βία απενεργοποιούνται μέσα στην ιδεοληπτική νύχτα της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς που νιώθει αναβαπτισμένη στο ζωοποιό φως της «εξέγερσης». Η παιδοκολακεία γίνεται πολιτική μόδα βρίσκοντας στο πρόσωπο του Αλαβάνου και του τηλεοπτικού του alter ego, του Λαζόπουλου, τους θεμελιώδεις εκφραστές της.

Και αν η μια πλευρά αυτής της στάσης δικαιολογείται συναισθηματικά, ψυχολογικά και κοινωνιολογικά, λαμβάνοντας υπ' όψιν τη μεσοαστική ταξική σύνθεση και την ηλικιακή διαστρωμάτωση των ανθρώπων που απαρτίζουν τα αριστερά κόμματα και οργανώσεις[1], η άλλη πλευρά, η κυρίαρχη, είναι σαφώς βουτηγμένη μέσα στην πιο ξεκάθαρη πολιτική σκοπιμότητα.

Πίστεψε η συγκεκριμένη Αριστερά ότι θα μπορούσε να μαντρώσει τη διάχυτη νεανική βία προσφέροντας το «πολιτικό πλαίσιο» που της έλειπε, προς ίδιον όφελος βεβαίως: νέες στρατολογήσεις, νέες ψήφοι, καλύτερο πλασάρισμα στην κεντρική πολιτική σκηνή.

Με αδρανοποιημένο ή αναιμικό, εδώ και καιρό, το δικό της εξεγερσιακό και συγκρουσιακό δυναμικό, πίστεψε ότι θα υποκαθιστούσε αυτήν την έλλειψη μέσα από τη διαχείριση του βίαιου δυναμικού της μητροπολιτικής νεολαίας, παίζοντας τον ρόλο του πολιτικού διαμεσολαβητή. Αυτό εξέφραζε η συμμαχία «(αριστερού) Κολωνακίου (ή Παλλήνης) και Εξαρχείων». Η πολιτική αυτή εκτίμηση και σκοπιμότητα αποδείχτηκε ολέθριο πολιτικό σφάλμα και επέστρεψε ως μπούμερανγκ χτυπώντας κατακέφαλα τους εμπνευστές της. Αμέσως μετά τον «Δεκέμβρη» ξεκινάει η δημοσκοπική κατρακύλα της «ριζοσπαστικής» Αριστεράς.

Ο κόσμος, τρομαγμένος από το μηδενιστικό ξέσπασμα της βίας, ανασκουμπώνεται διαισθητικά απέναντι σε όσους «νταντεύουν» πολιτικά το χώρο του μηδενισμού.

Οι πτέρυγες των αρχουσών ελίτ που για τους δικούς τους σχεδιασμούς «έσπρωχναν» το προηγούμενο διάστημα μέσα από τα ΜΜΕ τον ΣΥΝ / ΣΥΡΙΖΑ εγκαταλείπουν άρον-άρον το πείραμα και αρχίζουν μέσα από τους ίδιους διαύλους την αποδόμησή του. Στο ίδιο το εσωτερικό της, τα πιο «κυριλέ» τμήματα (πανεπιστημιακοί, καλλιτέχνες κ.λπ.) κραυγάζουν την αντίθεσή τους.

Τέλος, οι σκληροί «μιλιταριστές» των Εξαρχείων, όπως ήταν αναμενόμενο, παίρνουν το πάνω χέρι από τους «διανοούμενους» και τα «καλά παιδιά» της Αριστεράς (κοινοβουλευτικής και εξωκοινοβουλευτικής), τους στριμώχνουν και τους προβοκάρουν πολιτικά με τις καταδρομικές τους ενέργειες. Ταυτόχρονα, το «δώρο» της πολιτικής διαμεσολάβησης που κόμιζε η Αριστερά χλευάζεται και απορρίπτεται.

Τα νέα «Εξάρχεια», βυθισμένα μέσα στο μηδενισμό και το μίσος για όλους και για όλα, δεν χρειάζονται πια διαμεσολαβητές. Αναλαμβάνουν απευθείας τη σύγκρουση με το Κράτος αλλά και την κοινωνία. Τα πιο «ριζοσπαστικοποιημένα» τμήματα της μητροπολιτικής νεολαίας, όποιας έκφρασης (μεσοαστική, λούμπεν, μεταναστευτική), έρχονται σε επαφή και δικτυώνονται οριζόντια φτιάχνοντας τον δικό τους οργανωτικό ιστό, θέτοντάς τον για τυπικούς και μόνο λόγους υπό την ιδεολογική ταμπέλα της «αντεξουσίας».

Η Αριστερά μένει και με την πίτα φαγωμένη και με το σκύλο πεινασμένο.

Όταν, λοιπόν, η κρίση ξεσπάει και οι πρώτες μαζικές αντιδράσεις ενάντια στο Μνημόνιο διαφαίνονται στον ορίζοντα δείχνοντας ότι μεγάλες μερίδες των εργαζομένων δεν σκοπεύουν να πέσουν αμαχητί, έρχονται τα γεγονότα της Μαρφίν την 5η του Μάη, με τους τρεις νεκρούς, για να δώσουν τη χαριστική βολή στη μαζικότητα και την ενεργητικότητα εκείνων των πρώτων κινητοποιήσεων.

Η πολιτική κληρονομιά του «Δεκέμβρη», η ανεξέλεγκτη και χωρίς στόχους βία, είχε πάρει την εκδίκησή της απ' όσους σαλιάριζαν μαζί της ή επένδυαν μικροπολιτικά σε αυτήν, αγνοώντας ή υποτιμώντας το τεράστιο μηδενιστικό δυναμικό που έκρυβε μέσα της.

Η συγκεκριμένη Αριστερά έμεινε αποσβολωμένη από τις εξελίξεις και συνέχισε την ιδεοληπτική της πορεία είτε αυτοοικτιρόμενη είτε βαυκαλιζόμενη με νέες αυταπάτες για «θερμό Φθινόπωρο» ή «εργατικό Δεκέμβρη» αποδεικνύοντας ότι δεν έχει καταλάβει τίποτε από τις εξελίξεις που συντελούνται βαθιά μέσα στην ελληνική κοινωνία και κυρίως το αυτονόητο:

Ο «Δεκέμβρης» δεν ήταν «φάρμακο» στην ασθένεια της μεταπολιτευτικής νεοελληνικής πραγματικότητας, αλλά «σύμπτωμα» αυτής ακριβώς της ασθένειας. Ο εξόφθαλμα μηδενιστικός χαρακτήρας της εξέγερσης, η παντελής απουσία αιτήματος ή στόχου, η λογική του πολέμου «όλων εναντίον όλων», η μετατροπή της βίας σε Θέαμα καταδείκνυαν με τον πιο ξεκάθαρο τρόπο ότι μια κοινωνία παρασιτική, παραλυμένη, μικρο-ιδιοκτητική και ατομικιστική που εισερχόταν σε συστημική κρίση, δεν μπορούσε παρά να δώσει αυτόν τον «Δεκέμβρη».

Έναν «Δεκέμβρη» που τίποτε δεν μπορεί να προσφέρει στον αγώνα ενάντια στην κατοχική τρόικα, αλλά θα παραμείνει σύμβολο των σπασμών μιας κοινωνίας σε αποσύνθεση και πάνω απ' όλα η σπαραχτική κραυγή μιας νεολαίας σε αδιέξοδο...


Συμπέρασμα

Η Αριστερά που περιγράψαμε στο παρόν σημείωμα βρίσκεται σε μια, μάλλον ανέκκλητη, πορεία παρακμής. Η υιοθέτηση πληθώρας αστικοφιλελεύθερων ιδεολογημάτων[2], η κρυφή γοητεία που της άσκησε η παγκοσμιοποίηση, η απενεργοποίηση των όποιων αναλυτικών και κριτικών εργαλείων διέθετε στο οπλοστάσιό της από τις πάσης φύσεως ιδεοληψίες και πάνω απ' όλα η πρωτοφανής αποκοπή της από τις λαϊκές μάζες, που την κατέστησε ένα αυτοαναφορικό κλαμπ με σαφή ταξική απεύθυνση και αναφορά, ρήμαξαν το ανατρεπτικό της περιεχόμενο.

Η διαπίστωση περί παρακμής δεν σημαίνει ότι θα εξαφανιστεί από το πολιτικό τοπίο ή ότι σε δεδομένες στιγμές δεν θα εμφανίζεται δυναμικά, όμως με τη σημερινή της μορφή είναι αδύνατον να παίξει τον ρόλο του καταλύτη στις πολιτικές εξελίξεις τον οποίο επεδίωξε τα τελευταία χρόνια, και όχι άδικα, καθώς το μεταπολιτευτικό σύστημα εξουσίας του δικομματισμού εμφανώς πνέει τα λοίσθια.

Σίγουρα θα υπάρξουν (και υπάρχουν) άνθρωποι σ' αυτήν την Αριστερά που θα μπουν σε μια διαδικασία αυστηρής αυτοκριτικής και αναθεώρησης βεβαιοτήτων και αυταπατών. Η διαδικασία αυτή θα είναι, όμως, αργόσυρτη και βασανιστική πριν δώσει νέα άξια λόγου σχήματα, καθαρμένα από τα βαλτόνερα της τελευταίας εικοσαετίας και γειωμένα πάλι στο λαϊκό στοιχείο.

Εν τω μεταξύ οι ανάγκες για μια οργανωμένη αντίσταση απέναντι στην οικονομική κατοχή από την τρόικα και στην εθνική υποδούλωση καθίστανται ολοένα και πιο επείγουσες...

Οι συνθήκες κρίσης στην οποία έχει περιέλθει ο νεοελληνικός κοινωνικός σχηματισμός μετά την επιβολή του Μνημονίου οδηγούν σε βέβαιη αναδιάταξη ολόκληρο το πολιτικό τοπίο, καθώς νέες αναγκαιότητες δημιουργούνται και οι αυταπάτες των χρόνων της ευμάρειας αποσυντίθενται ταχύτατα.

Ο δικός μας χώρος, ο χώρος του Άρδην / Ρήξη, μετά το 1990 αρδεύτηκε σε επίπεδο ανθρώπων από δυο πολιτικά ρεύματα: τον δημοκρατικό πατριωτικό χώρο (με καταβολές κυρίως στον χώρο του παλαιού ΠΑΣΟΚ και της ορθόδοξης παράδοσης) και το χώρο της (εναλλακτικής και αντι-ιμπεριαλιστικής) αριστεράς.

Στον πρώτο χώρο, ο οποίος εδώ και καιρό βρίσκεται σε πολιτική αδυναμία και παρακμή, έχουν ήδη δημιουργηθεί οι συνθήκες για την ανάληψη της ιδεολογικής ηγεμονίας από τη δική μας συνθετική και ριζοσπαστική πρόταση.

Η κρίση κάνει ξεκάθαρο σε πολλούς ανθρώπους με ανησυχίες για τα εθνικά θέματα ότι το «εθνικό» στην Ελλάδα δεν μπορεί να αντιμετωπίζεται ξεκομμένο από τις διαδικασίες για μια ριζική κοινωνική αλλαγή προς όφελος των λαϊκών στρωμάτων και το βάθεμα της δημοκρατίας. Ταυτόχρονα, μόνο έτσι μπορεί να αντιμετωπιστούν οι ολέθριες συνέπειες από την ορατή πλέον διείσδυση ακροδεξιών και ρατσιστικών ιδεολογημάτων.

Στον δεύτερο χώρο, αυτόν της Αριστεράς, η ιδεολογική παρέμβασή μας πρέπει να έχει σαν στόχο τη διάνοιξη ρηγμάτων στην «υγειονομική ζώνη» αποκλεισμού και συκοφαντίας, που έχουν στήσει γύρω από τις απόψεις μας οι πάσης φύσεως «ιθύνοντες» και «καθοδηγητές».

Μέσα από αυτά τα ρήγματα θα επιταχυνθεί η όσμωση ανάμεσα στη βάσιμη κριτική που πρόδρομα ασκήσαμε στην ιδεολογική διαδρομή και τις πολιτικές επιλογές της πλειοψηφίας αυτού του χώρου και τους πολλούς αγωνιστές (αλλά και οργανώσεις) που εισέρχονται στη φάση της κριτικής αναθεώρησης αυτών των επιλογών.

Η πορεία των πραγμάτων στη χώρα δείχνει ότι πολύ σύντομα με αυτούς τους ανθρώπους θα βρεθούμε ξανά στους αγώνες για πραγματική εθνική ανεξαρτησία, κοινωνική απελευθέρωση και ουσιαστική δημοκρατία.

Θόδωρος Ντρίνιας, Πάτρα, Σεπτέμβριος 2010

[1] Καθώς, είτε βλέπουν τα ίδια τους τα βιολογικά παιδιά κι εγγόνια να εξεγείρονται είτε στη νεολαία προβάλλουν όσα οι ίδιοι ακύρωσαν και διέψευσαν μέσα από τα πολιτικά τους λάθη ή τον κοινωνικό κι επαγγελματικό συμβιβασμό και την ανέλιξη.

[2] Αυτή η άλυτη αντίφαση, που με ενάργεια περιγράφει ο Ζ.Κ. Μισεά στα βιβλία του, να υιοθετεί δηλαδή αυτή η Αριστερά – κυρίως από το ’89 και μετά – τα προτάγματα του αστικού φιλελευθερισμού α λα καρτ. Να απορρίπτει τον οικονομικό φιλελευθερισμό αλλά ταυτόχρονα να είναι ο πιο μαχητικός ντελάλης του πολιτικού και πολιτιστικού φιλελευθερισμού.

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου